βαφτιστικός


βαφτιστικός
[вафтистикос] ас. крещенный

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "βαφτιστικός" в других словарях:

  • βαφτιστικός — ιά, ό κ. βαπτιστικός ή, ό 1) крестильный; 2) ο крестник …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • βαφτιστικός — και βαπτιστικός, ή, ό (Μ βαπτιστικός, ή, όν) 1. αυτός που ανήκει στη βάφτιση ή έχει σχέση με το βάφτισμα («το βαφτιστικό όνομα», «βαφτιστικά ρούχα») 2. (το αρσ. ή το θηλ. ως ουσ.) ο βαφτισιμιός, ο αναδεκτός νεοελλ. 1. το ουδ. ως ουσ. βαφτιστικό,… …   Dictionary of Greek

  • βαπτιστικός — βαφτιστικός , ιά, ό κ. βαπτιστικός ή, ό 1) крестильный; 2) ο крестник …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • María Plytá — (grec moderne : Μαρία Πλυτά) née le 26 novembre 1915 à Thessalonique et décédé le 4 mars 2006 était une réalisatrice et metteur en scène grecque. Elle fut la première femme à réaliser un film en Grèce avec Les Fiançailles en 1950. Elle avait …   Wikipédia en Français

  • βαπτιστικός — ή, ό βλ. βαφτιστικός …   Dictionary of Greek

  • οπερέτα — θεατρικό είδος που αποτελείται από μουσικά μέρη (άριες, κοντσερτάτα, ενόργανη μουσική κλπ.) και από διάλογους σε πεζό, το οποίο δεν εμβαθύνει στα δραματικά στοιχεία, αλλά στηρίζεται στις αρετές, στην πολυτέλεια και στη γοητεία του ίδιου του… …   Dictionary of Greek

  • τέκνο — το / τέκνον, ΝΜΑ 1. ο γόνος, το παιδί, γιος ή κόρη, σε σχέση προς τους γονείς του (α. «το τέκνο μου το μοναχό, το κανακάρικό μου», Θυσ. Αβρ. β. «γλυκύτατόν μου τέκνον», Ακολ. Μ. Σαββ. γ. «σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις», ΚΔ δ. «ἄλοχοι καὶ νήπια τέκνα»,… …   Dictionary of Greek

  • Σακελλαρίδης, Θεόφραστος — Έλληνας μουσουργός (Αθήνα 1882 1950). Σπούδασε στην Αθήνα και ύστερα στη Γερμανία και στην Ιταλία και υπήρξε από τους παραγωγικότερους Έλληνες συνθέτες οπερέτας, πολλές από τις οποίες εξακολουθούν να συγκινούν μεγάλο μέρος του κοινού. Έγραψε… …   Dictionary of Greek

  • αναδεξιμιός — ο θηλ. ιά ουδ. αναδεξιμίδι ο βαφτιστικός: Στο χωριό που ήμασταν είχα και δυο αναδεξιμιούς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναδεχτός — ή, ό βαφτιστικός, αναδεξιμιός: Μια στιγμή να σου συστήσω τον αναδεχτό μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)